ανασαλεύω


ανασαλεύω
ανασαλεύω, ανασάλεψα βλ. πίν. 17

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασαλεύω — (Α ἀνασαλεύω) νεοελλ. (αμτβ.) σαλεύω ελαφρά, μετακινούμαι λίγο, αναδεύομαι αρχ. (μτβ.) μετακινώ ελαφρά …   Dictionary of Greek

  • ανασαλεύω — σάλεψα, σαλεύτηκα 1. μτβ., κουνώ ελαφρά: Τον ανασάλεψε λίγο για να ξυπνήσει. 2. αμτβ., αναταράζομαι, κουνιέμαι ελαφρά: Ανασάλεψε λίγο, αλλά ύστερα ξανακοιμήθηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνασαλευομένη — ἀνασαλεύω shake up pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀνασαλεύω shake up pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνασαλεῦσαι — ἀνασαλεύω shake up aor inf act ἀνασαλεύω shake up aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνασαλεύειν — ἀνασαλεύω shake up pres inf act (attic epic) ἀνασαλεύω shake up pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνασαλεύεσθαι — ἀνασαλεύω shake up pres inf mp ἀνασαλεύω shake up pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνασαλεύοντες — ἀνασαλεύω shake up pres part act masc nom/voc pl ἀνασαλεύω shake up pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεσαλεύοντο — ἀνασαλεύω shake up imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεσάλευσε — ἀνασαλεύω shake up aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεσάλευσεν — ἀνασαλεύω shake up aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)